σιγαρόχαρτο

το, Ν
βλ. τσιγαρόχαρτο.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • τσιγαρόχαρτο — και λόγιος τ. σιγαρόχαρτο(ν), το, Ν πολύ λεπτό χαρτί στο οποίο τυλίγεται ο καπνός τών τσιγάρων. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσιγάρο / σιγάρο(ν) + χαρτί. Ο τ. σιγαρόχαρτον μαρτυρείται από το 1884 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.